βιοτεχνία

βιοτεχνία
Κατεργασία πρώτων υλών με τα χέρια ή με στοιχειώδη εργαλεία και μηχανήματα. Ονομάζεται συνήθως β. η παραγωγή προϊόντων κατασκευασμένων από ειδικευμένους τεχνίτες ή και μαθητευόμενους με την εποπτεία ειδικευμένων. Στους πρωτόγονους λαούς, η β. παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία προϊόντων, τρόπων εκτέλεσης και ποιοτήτων, αλλά και οργάνωση των ομοτέχνων σε ομάδες ή οικογένειες που μεταβιβάζουν κληρονομικά από πατέρα σε γιο το επάγγελμα και τα μυστικά του. Ως κοινωνικό φαινόμενο, η β. διακρίνεται από την οικοτεχνία, που έχει την έννοια της δημιουργίας αντικειμένων για αποκλειστικά οικιακή χρήση (εκτός αν τα προϊόντα της φτάσουν σε υψηλή ποιότητα, όπως πολλές φορές συμβαίνει με τα υφαντά και τα κεντήματα). Διακρίνεται ακόμα και από τη βιομηχανία, όπου χρησιμοποιούνται μηχανήματα παραγωγής σε μεγάλες ποσότητες και η ατομική συμβολή καταργείται ή περιορίζεται στην επεξεργασία αντικειμένων πολυτελείας. Από την πλευρά της αξιολόγησης, o διαχωρισμός μεταξύ βιοτέχνη και καλλιτέχνη είναι σχετικά πρόσφατος. Αρχίζει από την Αναγέννηση, όταν η ζωγραφική και η γλυπτική, ενώ στον Μεσαίωνα κατατάσσονταν στη β., θεωρήθηκαν ανώτερες τέχνες από τις άλλες και δημιουργήθηκε μια ταξική ιεραρχία ακόμα και μέσα στις ίδιες τις συντεχνίες των βιοτεχνών. Κατά τον 17o αι., η ευρεία διάδοση των βιβλίων-υποδειγμάτων για τα σκαλίσματα και τις διακοσμήσεις μεγαλώνει περισσότερο την απόσταση μεταξύ του σχεδιαστή του υποδείγματος και του εκτελεστή του σχεδίου. Περιορισμένη έτσι η β. στην απλή εφαρμογή έτοιμων προτύπων παρακμάζει βαθμιαία, με μόνες εξαιρέσεις τη χρυσοχοΐα και την επιπλοποιία. Από ιστορική άποψη επικρατεί σήμερα η γνώμη ότι βιοτεχνικές ειδικεύσεις από τα πανάρχαια χρόνια. Τα σύμβολα και τα σχήματα στα αρχαϊκά ζωγραφικά έργα της Γαλλίας και της περιοχής της Κανταβρίας προϋποθέτουν κάποια εξελικτική πολιτιστική πορεία, αλλά και αυτή η εκτέλεσή τους αποκαλύπτει μια συνέχεια ρυθμολογικών παραδόσεων. Τo γεγονός ότι εμφανίζονται συνήθως σε ιερούς τόπους αποδεικνύει ότι και σε αυτή τη μακρινή περίοδο υπήρχε στενός σύνδεσμος β. και λατρείας, όπως συνέβαινε και στη μεταγενέστερη τέχνη της Εγγύς Ανατολής. Στη νεολιθική εποχή, λόγοι πρακτικοί επιβάλλουν μια κατανομή στην εργασία για την παραγωγή αντικειμένων κοινής χρήσης. Τότε, την κατασκευή των αγγείων και άλλων οικιακών ειδών αναλάμβαναν οι γυναίκες, ενώ τις αιχμές των βελών και γενικά τα όπλα κατασκεύαζαν οι άντρες. Η οργάνωση εδραίων κοινοτήτων με γεωργική οικονομία έδωσε ώθηση στη β. και συνέβαλε στην τελειοποίηση των προϊόντων της και στην αντίστοιχη ανάπτυξη των πρώτων συναλλαγών του ανταλλακτικού εμπορίου. Ορισμένες δυσκολότερες τέχνες, λιγότερο διαδεδομένες και φυσικά περιζήτητες (όπως η οικοδομική και η μεταλλοτεχνία), ασκούνταν από οικογένειες που κρατούσαν μυστική την τεχνική του επαγγέλματος και προσέφεραν την εργασία τους έξω από τα όρια της περιοχής προέλευσής τους, καταλήγοντας ενίοτε στην κατάσταση των νομάδων (όπως στην Κίνα). Η μεταγενέστερη ανάπτυξη κέντρων όπου η ανάγκη εργασίας κάθε είδους ήταν αδιάκοπη (μεγάλα ιερά, βασιλικά ανάκτορα, πόλεις) ευνόησε τη μόνιμη εγκατάσταση τεχνιτών σε έναν τόπο και μάλιστα τη συγκέντρωσή τους σε ορισμένες οδούς και συνοικίες, όπως και τη συνεργασία πολλών ειδικοτήτων στο ίδιο έργο με την καθοδήγηση ενός αρχιτεχνίτη. Η εξάπλωση του εμπορίου έδωσε την ευκαιρία σε πολλές περιοχές να ειδικευτούν στην κατασκευή ενός ορισμένου προϊόντος. Έτσι, η Κόρινθος και η Σάμος έγιναν ξακουστές για τα αγγεία τους, η Σάμος και η Αίγινα για τα χρυσά αντικείμενα, η Μίλητος για τα υφάσματα και τα χαλιά. Μολονότι μερικοί εξαίρετοι τεχνίτες απέκτησαν μεγάλη φήμη και κοινωνική εκτίμηση, γενικά η νομική θέση τους στην αρχαιότητα ήταν πολύ ταπεινή. Πολλοί ανήκαν στην τάξη των δούλων, σε ορισμένα μάλιστα κέντρα –έστω κι αν δεν ήταν δούλοι– δεν είχαν το δικαίωμα του πολίτη. Τα συμφέροντά τους κηδεμονεύονταν από κοινότητες, διοικούμενες από μια αιρετή ιεραρχία, υποχρεωμένη να εκτελεί τα απαραίτητα θρησκευτικά καθήκοντα και να μεριμνά για τις ανάγκες των βιοτεχνών. Στους τελευταίους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους η νομική θέση των βιοτεχνών βελτιώθηκε, έως του σημείου που μπορούσαν να φτάσουν στο αξίωμα του ιππέα. Η σχετική νομοθεσία έγινε ακριβέστερη, επέβαλε αναγκαστικό χρόνο μαθητείας και παραχώρησε φορολογικές απαλλαγές. Όταν η Κωνσταντινούπολη έγινε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, δημιούργησε ένα σύστημα δεσμευτικό για τις σημαντικότερες β. απαγορεύοντας τη μετακίνηση των τεχνιτών και επιβάλλοντας τη συνέχιση του επαγγέλματος στο οικογενειακό περιβάλλον. Με την πάροδο του χρόνου, εκτός από τα σινάφια των τεχνιτών, απέκτησαν μεγάλη σπουδαιότητα τα αυτοκρατορικά εργαστήρια που είχαν την αποκλειστικότητα της παραγωγής ορισμένων ειδών και έστελναν τους τεχνίτες τους σε όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας για να διαδώσουν τα καλλιτεχνικά ιδεώδη της πρωτεύουσας. Έτσι, ο ναός του Αγίου Βιταλίου στη Ραβένα χτίστηκε και διακοσμήθηκε με τη συμβολή Βυζαντινών αρχιτεκτόνων και ψηφιδογράφων και μερικά πλαστικά στοιχεία του (κιονόκρανα και κίονες) κατασκευάστηκαν είτε στην ίδια την Κωνσταντινούπολη είτε σε κάποιο άλλο καλλιτεχνικό κέντρο. Στο τέλος του Μεσαίωνα, με τη βαθμιαία διάσπαση της πολιτικής ενότητας, την ελάττωση του πληθυσμού των πόλεων και τον αντίστοιχο περιορισμό της οικονομίας και του κύκλου του εμπορίου, δεν απομένουν άλλα πολιτιστικά κέντρα βιοτεχνικής παραγωγής από τα μοναστήρια και τα στενά αυλικά περιβάλλοντα. Οι β. οργανώνονταν κατά ειδικότητα σε κλειστές συντεχνίες, οι οποίες ασκούσαν αυστηρότατο έλεγχο στους τεχνίτες και στην παραγωγή. Αργότερα, οι κοινοτικοί θεσμοί αφιέρωσαν πολλά άρθρα στις β. Ορισμένες εγκαταστάσεις απομακρύνθηκαν σε περιφερειακές ζώνες, ώστε να μην ενοχλεί τους κατοίκους ο θόρυβος ή ο καπνός (όπως τα υαλουργεία). Δημιουργήθηκαν μικρά οικογενειακά ή μεγάλα εργαστήρια και ρυθμίζονταν προσεκτικά τόσο ο χρόνος της μαθητείας όσο και οι σχέσεις μεταξύ του μάστορα και του εργάτη. Η ίδια οργάνωση στα αυτοκρατορικά εργαστήρια, είχε το πλεονέκτημα ότι μπορούσε να συντονίζει και να ρυθμίζει την παραγωγή των διαφόρων επαγγελματικών δραστηριοτήτων αναθέτοντας την επίβλεψη και τον έλεγχο σε μια άριστα καταρτισμένη καλλιτεχνική διεύθυνση. Ακολούθησαν τα εργοτάξια των μεγάλων καθεδρικών ναών, στα οποία οικοδόμοι, ξυλουργοί, γλύπτες, ζωγράφοι, χρυσοχόοι, υαλουργοί συνεργάζονταν με την καθοδήγηση ενός πρωτομάστορα και υπό τον έλεγχο μιας επιτροπής από προεστούς και φυσικά τον επίσκοπο. Εξαιρετικά πλούσια υπήρξε η συντεχνία των οικοδόμων. Η οικονομική της ευημερία τής επέτρεψε να αποκτήσει δικά της παρεκκλήσια και έδρες συγκέντρωσης των μελών (στοές). Ο γοτθικός αρχιτεκτονικός ρυθμός, με τις ιδιαίτερες κατασκευαστικές δυσκολίες του (πανύψηλοι θόλοι και πύργοι των εκκλησιών, ελαφριά τοιχοδομία με τεράστια ανοίγματα παραθύρων), απαιτούσε ειδικές τεχνικές γνώσεις και οδήγησε τη συντεχνία να απαιτεί από τα μέλη της απόλυτη μυστικότητα γύρω από τους τρόπους της οικοδομικής των ναών. Αυτές οι στοές όπου συγκεντρώνονταν οι κτίστες των γοτθικών μητροπόλεων αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα του τεκτονισμού, ο οποίος ξεκίνησε από το κλειστό επαγγελματικό περιβάλλον για να εξελιχθεί αργότερα σε μεγάλη μυστική οργάνωση. Επαγγελματικά μυστικά είχαν όμως και οι υαλουργοί, οι ζωγράφοι, οι μεταλλουργοί, σχεδόν όλοι οι τεχνίτες, τα οποία μεταβίβαζαν ο ένας στον άλλο με εγχειρίδια ή σημειωματάρια. Μερικά από αυτά, σε μεταγενέστερα δυστυχώς αντίγραφα, έχουν σωθεί μέχρι σήμερα. Η συνήθεια των κυριότερων αρχιτεκτόνων, των γλυπτών και από τον 14o αι. των ζωγράφων να υπογράφουν τα έργα τους, μαρτυρά τη μεγάλη φήμη τους και την εκτίμηση των συγχρόνων τους. Ξακουστοί είναι επίσης και μερικοί δημιουργοί έργων μικροτεχνίας όπως o χρυσοχόος Νικολά ντε Βερντέν. Στην Ανατολή η κατάσταση δεν ήταν πολύ διαφορετική από την ευρωπαϊκή Δύση. Και εκεί άνθησε μια β. υψηλής ποιότητας, συνδεδεμένη με την αυλή ή με τα μεγάλα θρησκευτικά κέντρα, χωρισμένη σε κατηγορίες, οργανωμένες όμως κατά τρόπο ουσιαστικά ομοιόμορφο, ώστε να μπορούν να περιφρουρούν τα νομικά τους δικαιώματα και τα εμπορικά συμφέροντά τους. Στην Κίνα, ωστόσο, αντίθετα από τη μεσαιωνική Ευρώπη, η ζωγραφική εκτιμήθηκε σχεδόν όσο και η ποίηση, ενώ η γλυπτική θεωρήθηκε λιγότερο ευγενής τέχνη. Στον ισλαμικό κόσμο η θέση των τεχνιτών ήταν μάλλον υποβαθμισμένη. Με την επίδραση του ουμανισμού και των πραγματειών για την αρχαιότητα και με την επικράτηση των αντιλήψεων ότι οι μεγάλοι κλασικοί καλλιτέχνες είχαν τεράστια φήμη και πλούτο, ορισμένες κατηγορίες τεχνιτών άρχισαν να αποσχίζονται από τις άλλες και να διεκδικούν διαφορετική μεταχείριση και αναγνώριση. Οι κατηγορίες αυτές αντιπροσωπεύουν τις αποκαλούμενες τέχνες του σχεδίου (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική, χρυσοχοΐα κ.ά.) και συζητούσαν ακόμα και μεταξύ τους την τυχόν υψηλότερη αξιολόγηση της μίας ή της άλλης. Αλλά ο διαχωρισμός μεταξύ τεχνιτών και καλλιτεχνών πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά μόνο μετά την ίδρυση των Ακαδημιών, που είχαν καθορισμένο πνευματικό, διδακτικό και θρησκευτικό προσανατολισμό και στις οποίες μόνο ορισμένες κατηγορίες γίνονταν δεκτές. Παράλληλα όμως και η β., πιεζόμενη από οικονομικές δυσκολίες, άλλαξε προοδευτικά κατεύθυνση και έτεινε να οργανωθεί κατά τρόπο ημιβιομηχανικό. Η οικονομία των μεγάλων πόλεων και η ανάπτυξη των ανταλλαγών ευνόησε σε σημαντικό βαθμό τη δραστηριότητα μερικών εργαστηρίων και δημιούργησε σε ορισμένες περιπτώσεις πραγματικές βιομηχανίες, όπως τα υαλουργεία του Μουράνο και τα μεγάλα υφαντουργεία της Λιόν, ενώ η ανακάλυψη της τυπογραφίας αντικατέστησε την αργή εργασία της μικρογραφίας με την ξυλογραφία και τη χαλκογραφία. Μολονότι o βιομηχανίες ανέθεταν σε καλλιτέχνες τη δημιουργία των σχεδίων για τα χαλιά του τοίχου, τα κοσμήματα, τα έπιπλα, τα υαλικά και τα υφάσματα, η πραγματική ενότητα σύλληψης και εκτέλεσης είχε χαθεί και διατηρήθηκε μόνο στα αυλικά περιβάλλοντα που προσπαθούσαν να σταματήσουν την παρακμή της β. εισάγοντας ακόμα και νέες βιοτεχνικές μορφές (την τεχνική της λιθογλυφίας στη Φλωρεντία, της ταπητουργικής στο Παρίσι, της κεραμικής σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη από τις αρχές του 18ου αι.). Αλλά και οι Ακαδημίες, στην προστατευτική τους πολιτική έναντι των β., έθεταν όρο απαράβατο εισαγωγής των υποψήφιων σπουδαστών την προηγούμενη μαθητεία τους σε βιοτεχνικά εργαστήρια, και επενέβαιναν συχνά κατά τρόπο θετικό παρέχοντας στους βιοτέχνες τη δυνατότητα της σπουδής του γυμνού και των αρχαίων αγαλμάτων. Από τον 18o αι. άρχισαν να ιδρύονται στη Γερμανία, κοντά στα κρατικά βιοτεχνικά εργαστήρια, αντίστοιχες σχολές τεχνών και επαγγελμάτων όπου εκπαιδεύονταν συχνά περισσότεροι από χίλιοι μαθητευόμενοι. Σε αυτές τις σχολές έγιναν για πρώτη φορά αποδεκτές οι απαιτήσεις της βιομηχανοποίησης και εκεί συμφιλιώθηκαν η επιθυμία της υψηλής ποιότητας του προϊόντος με την ανάγκη της ευρείας παραγωγής. Η κρίση της β. έγινε πολύ σοβαρή στα πρώτα πενήντα χρόνια του 19ου αι., πρώτα στη Γαλλία και στην Αγγλία και ύστερα στην υπόλοιπη Ευρώπη, όταν η αλματώδης ανάπτυξη της βιομηχανίας περιόρισε σε απομονωμένες περιοχές τις άλλοτε ανθηρές β. των πόλεων και απορρόφησε τους ειδικευμένους τεχνίτες. Τότε, οι τεχνικές και επαγγελματικές σχολές ήρθαν σε αντίθεση με τις Ακαδημίες και τοποθέτησαν τη διδασκαλία σε νέες βάσεις. Σε αυτές τις σχολές οφείλεται κατά το μεγαλύτερο μέρος η οργάνωση των Διεθνών Εκθέσεων (η πρώτη έγινε στο Λονδίνο το 1851) και η ανάπτυξη των μουσείων που είναι αφιερωμένα στη συλλογή, στην τεκμηρίωση και στη μελέτη των προϊόντων της αρχαίας β., όπως το Μουσείο Βικτορίας και Αλβέρτου στο Λονδίνο, το μουσείο των Κοσμητικών Τεχνών στο Παρίσι και, σε περιορισμένη κλίμακα, το Καλλιτεχνικό Βιομηχανικό Μουσείο της Ρώμης. Τoν 19o αι., το πρόγραμμα προστασίας της β. ανέλαβε κυρίως ο διδακτικός τομέας με την επαγγελματική προπαρασκευή τεχνιτών. Προς το τέλος του αιώνα, αντέδρασαν στη μαζική παραγωγή και στη συνεχή κατάπτωση της αισθητικής του προϊόντος ο Άγγλος Γουίλιαμ Μόρις και η Κίνηση Τεχνών και Επαγγελμάτων (Arts and Crafts movement). Με την ελπίδα ότι θα επανέφεραν την υψηλή ποιότητα των προϊόντων, κήρυξαν την επιστροφή των καλλιτεχνών στην κατάσταση του μεσαιωνικού βιοτέχνη. Αλλά μια τέτοια παραγωγή, που απέκλειε τελείως τη χρήση της μηχανής και τους νέους απλοποιημένους ρυθμούς, δεν θα είχε ουσιαστικά τη δυνατότητα, ιδίως για το υψηλό κόστος των προϊόντων της, να απευθυνθεί στο ευρύ κοινό. Αργότερα, μια ομάδα αρχιτεκτόνων –ο Χένρι Βαν ντε Βέλντε, o Ότο Βάγκνερ, ο Άντολφ Λόος και ο Φρανκ Λόιντκά να ταυτιστούν, να αποτελέσουν μια νέα παραγωγική ενότητα και να αποδώσουν στο κάθε άτομο την αίσθηση της συμμετοχής του στο σύνολο». Στην πράξη, το πρόγραμμα αυτό είναι εφαρμόσιμο μόνο όπου η αισθητική αξία του αντικειμένου εξαρτάται από τη μορφολογική μελέτη του, όπως στην περίπτωση των επίπλων, των υφασμάτων και κατά ένα μέρος των κεραμικών ειδών. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις, η αξία του εξαρτάται απόλυτα από την κατασκευή του, όπως αποδεικνύει η ύπαρξη στη λαϊκή τέχνη εκπληκτικών χειροτεχνημάτων πραγματοποιημένων με πανάρχαιες τεχνικές, αλλά εξαιρετικά λογικές και σοφές. Αυτά μόνο τα προϊόντα μπορούν πια να χαρακτηριστούν βιοτεχνικά. Δεν είναι δυνατόν να μη διαπιστωθεί η συνεχής παρακμή και η βαθμιαία εξαφάνιση της β., μολονότι όλα τα πολιτιστικά κινήματα και ένας νέος προσανατολισμός των προτιμήσεων του κοινού τείνουν να δώσουν και πάλι αξία στα προϊόντα της. Toβιοτεχνικό είδος, με την υψηλή τιμή του και την έλλειψη κατάλληλης εμπορικής οργάνωσης, δεν μπορεί εύκολα να συναγωνιστεί το βιομηχανικό, γιατί δεν έχει ζήτηση παρά σε ορισμένους κύκλους, όπου η οικονομική ευχέρεια συνδυάζεται με ειδικές και πιο εκλεπτυσμένες καλαισθητικές απαιτήσεις. Η βιοτεχνολογία έχει συμβάλει, μεταξύ άλλων, στη βελτίωση ποικιλιών βοοειδών. Μεταξωτό ύφασμα κατασκευασμένο από βιοτέχνες της Λιόν, γύρω στο 1770, για την Αικατερίνη της Ρωσίας. Τα υφαντουργεία του 18ου αι. δημιουργούσαν συχνά υφάσματα εκλεκτής ποιότητας σε σχέδια μοναδικά, για να ικανοποιήσουν μια εκλεπτυσμένη πελατεία (Μουσείο Υφασμάτων, Λιόν? φωτ. Mella). Οι δύο πλευρές αγγείου του 4ου π.Χ., του λεγόμενου ζωγράφου του Λίπαρι, δείγμα αρχαίας βιοτεχνικής παραγωγής. Χρυσή πόρπη ετρουσκικής κατασκευής. Ασημένιο ανάγλυφο αγγείο της Πομπηίας, με μορφές κενταύρων και ερωτιδέων, δείγμα του επιπέδου στο οποίο είχε φτάσει η μικροτεχνία στην αρχαιότητα. Ανάγλυφο από σαρκοφάγο του 2ου αι. π.Χ., έργο βιοτεχνών της αρχαίας Ρώμης. Τμήμα μωσαϊκού δαπέδου, κατασκευασμένο σε φλωρεντινό βιοτεχνικό εργαστήριο (Παρεκκλήσιο των Πριγκίπων, Φλωρεντία). Χαρακτηριστική παραγωγή της αιγυπτιακής βιοτεχνίας είναι τα σκεύη και οι δίσκοι τραπεζιών από μπρούντζο σκαλισμένο με το καλέμι. Πολυέλαιος της βιοτεχνίας του Μουράνο στον πύργο Γουμκς (Άνω Αδίγης). Τα περίφημα βενετικά υαλουργεία ανέπτυξαν τη δραστηριότητά τους από τα τέλη του 13ου αι. και έφτασαν στην ακμή τους τον 15ο και 16ο αι., με προϊόντα υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου (φωτ. Igda). Κινέζος βιοτέχνης με αγαλματίδιο από ζωγραφισμένη πορσελάνη. Η κινεζική κεραμική είχε φτάσει σε υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο. Σχολή κεντήματος στο Μουράνο, ένα νησί στη βενετική λιμονοθάλασσα? αυτός ο τύπος βιοτεχνίας είναι χαρακτηριστικός του Μουράνο από τον 16ο αι. Χρυσά κοσμήματα, κομψοτεχνήματα της ελληνικής βιοτεχνικής παραγωγής. Ταμπακοθήκες της ελληνικής βιοτεχνίας. Η κατασκευή των ψάθινων καπέλων αποτελεί παραδοσιακή μορφή βιοτεχνίας στον Παναμά. Υφαντή ποδιά με ωραίο κέντημα, αξιόλογο δείγμα της ελληνικής βιοτεχνίας. Εργαστήριο παραδοσιακής κεραμικής στην Ελλάδα. Κεραμικά ελληνικής λαϊκής τέχνης. Η ιστολογική τομή ενός αδένα γίνεται για τον εντοπισμό της ασθένειας και τη θεραπείας της με την επέμβαση της βιοτεχνολογίας. Πολλά νέα εμβόλια και αντιβιοτικά έχουν αναπτυχθεί, χάρη στην τεχνολογία του ανασυνδυασμένου DNA. Εφαρμογή της βιοτεχνολογίας στην γεωργία. Πειράματα λίπανσης της πατάτας.
* * *
η
κλάδος της παραγωγής που ασχολείται με τη μετατροπή πρώτων υλών σε προϊόντα είτε έτοιμα είτε ενδιάμεσα για περαιτέρω επεξεργασία
χρησιμοποιεί μικρό αριθμό εργατών και μηχανικά μέσα σε περιορισμένη έκταση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βιοτέχνης. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στον Κων. Ασώπιο].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • βιοτεχνία — η η επεξεργασία πρώτων υλών και η παραγωγή χρήσιμων προϊόντων με στοιχειώδη εργαλεία και μηχανήματα: Ο κλάδος της βιοτεχνίας έχει συρρικνωθεί στο ελάχιστο εξαιτίας της βιομηχανοποίησης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Ιράν — Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν Παραδοσιακή ονομασία: Περσία Έκταση: 1.648.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 65.540.226 (2002) Πρωτεύουσα: Τεχεράνη (6.758.845 κάτ. το 1996)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με το… …   Dictionary of Greek

  • Σπάρτη — I Μυθικό πρόσωπο επώνυμη ηρωίδα της Σπάρτης κόρη του Ευρώτα και της Κλήτας και σύζυγος του Λακεδαίμονα. Ήταν μητέρα του Αμύκλα, της Ευρυδίκης, του Ίμερου και της Ασίνης. II Πόλη (14.084 κάτ.) της νότιας Πελοποννήσου, πρωτεύουσα του νομού Λακωνίας …   Dictionary of Greek

  • βιομηχανία — Κάθε εργασία με την οποία μετατρέπεται μια πρώτη ύλη σε είδος χρήσιμο για τον άνθρωπο. Με τον όρο β. δηλώνεται στην οικονομική γλώσσα η δραστηριότητα που αποβλέπει να επαυξήσει την ωφελιμότητα και την αξία των ήδη υπαρχόντων αγαθών με τη… …   Dictionary of Greek

  • βιοτεχνικός — ή, ό ο σχετικός με τη βιοτεχνία. [ΕΤΥΜΟΛ. < βιοτεχνία. Η λ. μαρτυρείται από το 1884 στον Αναστάσιο Κ. Χρηστομάνο] …   Dictionary of Greek

  • δέρμα — I (Ανατ.).Προστατευτικό όργανο (πάχους 0,5 4 χιλιοστών), που καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια του σώματος και μεταπίπτει, κατά τις φυσικές οπές του, στους βλεννογόνους. Αποτελείται από ένα λεπτό επιφανειακό στρώμα επιθηλιακού ιστού, την επιδερμίδα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”